01/07/2025

Farewell to Susan Brownmiller

[English text follows]

Η Susan Brownmiller πέθανε την Κυριακή. Ξανακοίταξα τα γραπτά μου για να δω πώς το έργο της θεμελίωσε το δικό μου, πώς με κράτησε από το χέρι όταν διένυα την κόλαση των σπουδών γύρω από τη σεξουαλική βία, πώς μου έδωσε βαρύτητα.
Farewell to a powerful foremother.

**προειδοποίηση περιεχομένου: συζήτηση για την κουλτούρα του βι*σμ*ύ**

Η φεμινίστρια Susan Brownmiller δήλωσε το 1975 ότι ο ορισμός του βιασμού «είναι σχετικά απλός» για μια γυναίκα, προτείνοντας τον εξής ορισμό: «\[μία] σεξουαλική εισβολή στο σώμα δια της βίας, μία εισχώρηση στον ιδιωτικό, προσωπικό εσωτερικό χώρο χωρίς συναίνεση \[…] συνιστά εσκεμμένη παραβίαση της συναισθηματικής, σωματικής και λογικής ακεραιότητας \[...] και αξίζει να αποκαλείται βιασμός» (*Against Our Will*, σ. 376).
[…]
Ο Οβίδιος, με τα δικά της λόγια, «ο Ρωμαίος υμνητής του /έρωτα/, που έγραψε για τις μαζικά βιασμένες γυναίκες των Σαβίνων, “Δώστε μου τέτοια αμοιβή και στρατεύομαι σήμερα κιόλας”, διατυπώνοντας μια επιπόλαιη στάση απέναντι στον βιασμό στον πόλεμο, που παραμένει για δύο χιλιάδες χρόνια» (*Against*, σ. 289)].

Μια «προσωπική δήλωση» (σ. 7) είναι ο τρόπος που επιλέγει η Brownmiller να μας εισαγάγει στο μνημειώδες της έργο, *Against Our Will: Men, Women and Rape*. Γράφει με οξύτητα: «\[τ]ο ερώτημα που μου τέθηκε πιο συχνά ενώ έγραφα αυτό το βιβλίο ήταν σύντομο, άμεσο και εκνευριστικό: “Έχεις ποτέ βιαστεί;”

Η απάντησή μου ήταν εξίσου άμεση: “Όχι.”» (σ. 11). Στη συνέχεια, διερευνά τα κίνητρα των συνομιλητών της και καταλήγει ότι «για κάποιους \[…] το ερώτημα ήταν μια δίκοπη πρόκληση για αποδείξεις: Αν δεν είσαι εγκληματολόγος ή θύμα, τότε ποια είσαι; (Γιατί δεν αρκούσε ότι ήμουν συγγραφέας σ’ ένα ενδιαφέρον θέμα, απορώ.)» (ο.π.). \[Γιατί δεν αρκεί η αλληλεγγύη μας, απορώ εγώ.]

Η Susan Estrich, αντιθέτως, απαντά «ναι», καθώς είναι επιζήσασα βιασμού· ξεκινά το πρώτο της κεφάλαιο (*My Story*) αφηγούμενη την εμπειρία της (Real Rape, σ. 1).
Η Hannah Feldman εξετάζει ακριβώς αυτό το ερώτημα στο δοκίμιό της *More Than Confessional: Testimonial and the Subject of Rape*. Μας καλεί να αναλογιστούμε: «...μια γυναίκα που γράφει ένα κείμενο για κατάλογο έκθεσης σχετικά με τη συζήτηση και αναπαράσταση του βιασμού από τη θέση του υποκειμένου “εγώ”. \[…] Σκεφτείτε ότι μπορεί να είναι επιζήσασα. Ή, εναλλακτικά, μπορεί να μην είναι. Πρέπει να προσδιορίσει και να κατονομάσει αυτή τη θέση, και τον εαυτό της εντός αυτής; \[…] Τι θα σήμαινε μια τέτοια αποκάλυψη για τους αναγνώστες του κειμένου της;» (σ. 13).

Πού βρίσκομαι εγώ σε σχέση με τον βιασμό; Και γιατί έχει σημασία αυτό; Και το κυριότερο: γιατί ο βιασμός, ειδικά, απαιτεί τέτοια δήλωση θέσης, πρόθεση αυτοπροσδιορισμού;
Η Giuliana Bruno υποστηρίζει ότι «αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι η θέση από την οποία κάποια/ος/ο μιλά» (*Atlas of Emotion*, σ. 409) και ότι «η χαρτογράφηση του υποκειμενικού […] έχει συνέπειες για την αναθεώρηση της τοποθέτησης της αναλυτικής γνώσης» (ο.π.). Αυτή η αυτοαναστοχαστικότητα και η σκέψη ότι το προσωπικό κείμενο—αυτό το παρακείμενο—μπορεί και πρέπει να συνυπάρχει εντός του ακαδημαϊκού λόγου αποτελεί έναν από τους άξονες του *Άτλαντα του Συναισθήματος*.

Η διαχείριση της μαρτυρίας δημιουργεί μια κατάσταση υπερεπαγρύπνησης, ένα αίσθημα ότι η άβολη εξομολόγηση μπορεί να καραδοκεί στην επόμενη παράγραφο. Θα άλλαζε η τοποθέτηση της συγγραφέα ως επιζήσασας την ανάγνωση ενός κειμένου; Και αν ναι, θα έπρεπε;
Ως πράξη αλληλεγγύης, δεν θα χρησιμοποιήσω τη δική μου φωνή αλλά θα ενώσω τη φωνή μου με αυτή της Feldman όταν λέει:
«Και το ότι έχετε διαβάσει αυτές τις σελίδες σημαίνει πως έχετε ήδη, είτε ως επιζήσασα είτε όχι, καταστεί μάρτυρας. […] Ελπίζω αυτή η μαρτυρία, μέσα από την εξέταση της γλώσσας, της ομιλίας, και εντέλει του τρόπου με τον οποίο αυτές συνυφαίνονται στη συζήτηση για τον βιασμό, να αποδειχθεί πιο προκλητική και πιο χρήσιμη από την ιστορία που ίσως αφηγούμουν αν στεκόμουν να “μετρηθώ”, να θεαματοποιήσω το τραύμα μου, να εξυψώσω τη φωνή μου ως φωνή θύματος, και απλώς να βγω μπροστά ως—να ομολογήσω ότι είμαι—επιζήσασα βιασμού» (*More Than Confessional*, σ. 38).

Αντιμέτωπες με ακόμη ένα τεστ "καθαρότητας"—ένα θέμα εξίσου δελεαστικό όσο και διαβρωτικό για μελέτη—οι φωνές μας εξασθενούν και υποχωρούν. Έχει σημασία να τις έχουμε, και να επιμένουμε.

Η ευαισθητοποίηση γύρω από τον βιασμό είναι εισιτήριο πρώτης σειράς στο τσίρκο—όχι ότι ο ίδιος ο βιασμός είναι το τσίρκο. Ούτε ότι τα υποταγμένα (όχι μόνο χωρίς συναίνεση αλλά και μέσα σε μη-δυνατότητα συναίνεσης) ζώα—εκμεταλλευμένα με κάθε τρόπο, σε αιχμαλωσία ή υπό περιορισμένη ελευθερία, εκπαιδευμένα από τη γέννησή τους και διαρκώς εξαναγκασμένα να εκτελούν αφύσικες πράξεις υπό την απειλή μαστιγίων, περιλαίμιων, γάντζων, ηλεκτροφόρων ράβδων και φίμωτρων, αξιολογούμενα διαρκώς για την απόδοσή τους και προτιμώμενα για τη νεότητά και την εξωτερική τους εμφάνιση—αποτελούν ακριβές ανάλογο των επιζωσασών του βιασμού και της πατριαρχίας.
Όχι ακριβές—πρέπει να αφαιρέσουμε τα εξεζητημένα αξεσουάρ.
Αλλά να τα αντικαταστήσουμε με τα απτά μέσα του βιασμού: σωματική δύναμη, μαχαίρια, όπλα κ.ά. και με τα κοινωνικά/άυλα: απειλές, εξαπάτηση, εκφοβισμό, (φυλετική, ταξική και έμφυλη) ιεραρχία, διαγραφή, νομικισμούς κ.λπ. Η ειρωνεία εντείνεται όταν τέτοιες πράξεις αναπαρίστανται σε αγάλματα, πίνακες, νομίσματα, ταινίες, και αλλού—παντού—«λειτουργώντας ως κεντρικό στοιχείο της αφήγησης σε όλη τη δυτική ιστορία» (σ. 3).

Το να μιλάς για τον βιασμό, να τον ονομάζεις—να καταθέτεις ή να αναλύεις μια κατάθεση, να εμφανίζεσαι ως αναλύτρια ή ως επιζήσασα—ή και τα δύο—σημαίνει να συμμετέχεις στη διαπραγμάτευση του τι σημαίνει να βιάζεις και να έχεις βιαστεί. Συναντιόμαστε στο «πολιτισμένο» κομμάτι του θέματος, στην ακαδημαϊκή ανάλυσή του, ένα τρυφερό σημείο σαν φωτογραφία σε παύση· ένα σημείο όπου μπορεί να μην μπορούμε να αλλάξουμε τους μαζικούς βιασμούς των αιχμαλώτων πολέμου, και τις προβολές μελλοντικών βιασμών που μας υπενθυμίζει διαρκώς ο εμβυθιστικός βιαστικός πολιτισμός, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να επιχειρήσουμε μια έξοδο από το βιασμό και να αναζητήσουμε αλληλεγγύη—να ανατρέψουμε τη διαγραφή. Είτε επιζήσουμε από την πτώση στο Γκραν Κάνυον είτε όχι (Thelma & Louise), είμαστε παρούσες. Και με τις φωνές μας αναπροσδιορίζουμε τι σημαίνει να βιάζεις, να έχεις επιζήσει τον βιασμό, και ενεργοποιούμε μέσω των λόγων μας ένα όραμα για το μέλλον όπου θα μπορέσουμε—ή τουλάχιστον θα ελπίζουμε να μπορέσουμε—κάποτε, να εξέλθουμε από τον βιασμό.

ΥΓ: Περισσότερα για τη συναίνεση ως νομική έννοια στο έργο της Brownmiller, *Against* (σ. 369, 372–74, 377, 381–85), της Estrich (*Rape* και *Real Rape*), καθώς και σε πιο σύγχρονες συζητήσεις των Friedman και Valenti.
ΥΓ2: Το βιβλίο, φαγωμένο από τη Μούσκα - διπλά (ή και πολλαπλά σημαίνον). Φυλαχτό.


_____ [English text]



Susan Browmiller died on Sunday. I looked into my writing to find how her work grounded mine, held my hand, and offered gravitas.
Farewell to a powerful foremother.

cw: discussion of r*p* culture
__________________________________

Feminist Susan Brownmiller proclaimed in 1975 that defining rape 'is fairly simple' to a woman, proposing this definition: '[a] sexual invasion of the body by force, an incursion into the private, personal inner space without consent […] constitutes a deliberate violation of emotional, physical and rational integrity [...] and deserves the name of rape' (Against:376)
[...]
[She] is what Ovid would call a Maenad' [Ovid is a great rape-apologist-dude to bring on board as he is, in Brownmiller’s words, 'the Roman celebrant of love, who wrote of the Sabine women, “Grant me such wage and I'll enlist today,” setting a flippant attitude toward rape in war that has persisted for two thousand years' (Against:289)].

A 'personal statement' (7) is the way Susan Brownmiller chooses to introduce us to her monumental book, 'Against Our Will: Men, Women and Rape'. She poignantly writes: '[t]he question most often asked of me while I was writing this book was short, direct and irritating: “Have you ever been raped?” My answer was equally direct: “No.”' (11). She then questions the motivations of her interlocutors and concludes that 'for some […] the question was a double-edged credentials challenge: If you are not a criminologist or a victim, then who are you? (Why wasn't it enough that I was a writer onto an interesting subject, I wonder.)' (id.). [Why isn't Louise our solidarity enough, I wonder.]

Susan Estrich, on the other hand, answers 'yes', as she is a rape survivor; she begins her first chapter (entitled My Story) by narrating her own rape case (Real:1).

Hannah Feldman examines exactly this very concept in her essay 'More Than Confessional: Testimonial and the Subject of Rape'. She asks us to consider '...a woman writing an exhibition catalogue essay about discussing and representing rape from the subject position “I.” […]. Consider that this woman may be a rape survivor herself. Or, alternatively, she may not be. Should she locate and name this position and herself within it? […] What would such a disclosure mean for the readers of her writing?’ (13).

So, where am I in relation to rape? And why is that important? Most importantly, why is rape in particular calling for such a disclosure, a statement of intentions? Giuliana Bruno argues that 'what really matters is the position from which one speaks' (Atlas:409) and that the 'cartography of the subjective […] has implications for rethinking the placement of analytic knowledge' (Atlas:409). This self-reflexivity and the contemplation of including the personal text —this paratext—in the academic text as an important part of it is one of the premises of Atlas of Emotion.

Negotiating the testimonial creates a state of hypervigilance, a feeling that an uneasy confession may be around the corner-in the next paragraph. Would a re-situation of the writer as a rape survivor change the way we read a text? Should it?

As an act of solidarity, I will not use my own voice but I will join my voice with Feldman when she says that:

'And that you have read these pages means that you have yourself, whether a survivor or not, become a witness. [...] I hope that this testimonial, in its interrogation of language, speech, and finally how these come together in talking about rape, proves more provocative and ultimately more useful than the story I might have told if I stood up to be counted, spectacularized my trauma, valorized my voice as of that of a victim, and simply came out as, confessed to being, a rape survivor' (More:38).

Confronted with yet another litmus test—a subject as intriguing to comment upon as it is deleterious to research, our voices weaken and shy away. It matters that we have them, and that we persevere.

Rape awareness is a first-row ticket to the circus—that is not to suggest it is the circus per se. Nor is it to imply that subordinated (not only sans consent, but within an impossibility of consent) animals—exploited in every possible way, kept captives or with restricted mobility, trained since birth and conditioned through-out their life to perform unnatural roles and tricks under the threat of whips, collars, bullhooks, electric prods, and muzzles, while being constantly evaluated for their performance, and preferred for their youth and physical beauty—are an analogy for women rape survivors and patriarchy. Not an exact one—we will have to take the fancy accessories out.

But also replace them with the physical tools of rape: strength, knives, guns etc, and the societal/immaterial ones: threats, deception, intimidation, (racial, social and gendered) hierarchy, erasure, legalities etc. The irony intensifies when such acts are represented in statues, paintings, coins, films, and elsewhere, everywhere, 'functioning as key aspect of storytelling throughout Western history' (3).

[Post-rape-travelogues:]

To talk rape, name rape—to provide a testimony or an analysis of a testimony, to come out as a rape analyst, or a rape survivor—or both—is to participate in the negotiation of what it means to rape and to be raped. We meet in the civilised part of the subject of rape, the scholarly analysis of it, a tender place like a freeze-still; a place where we might not be able to change the massive rapes of war hostages, and the projected rapes of our future constantly reminded by the immersiveness of rape culture, but where we can at least attempt to exit rape and find solidarity—we undo rape-erasure. Whether we survive the fall in the Grand Canyon or not, we are present. And with our voices we redefine what it means to rape, to have survived rape, and mobilise with our speech acts a vision for the future where we can, or at least aspire to, eventually, exit rape.

PS: More on consent as legal term in Brownmiller, Against (pp. 369, 372-74, 377, 381-85), Estrich (Rape) and (Real Rape), and a more contemporary discussion on the issue in Friedman and Valenti.

PS2: My copy of the book, bitten by my late dog Mushka - doubly (or multiply) full of meaning. A talisman.

All Saints, All Sinners.


Our twenties are for deconstruction ("anti-ness") - and, yes: it takes at least a decade to unlearn the main threads of oppression, and how we have internalised them, and our thirties are for nuance.
Or so I think.

There is a "Yes! / No!" / "Good/Bad" vibe to our youth, and a "yes, but..."/"yes, and..." and "How?" (more context please?) to our maturing process.
I find myself equally alienated by the superficiality of "evil" and the self-proclaimed "goodness". The people on "our side" and our "enemies".

Yes, we agree that racism is bad...but how do we practice that? Yes, we agree that gender is a weird obsession meant to separate and oppress people, but how are we actually undoing it? Yes, we agree that community is important, but how can we have community without healthy conflict? Without meaningful forgiveness? How can we have forgiveness without a restorative route - when the route has not been walked before?

How to walk a route that has not been walked before without being messy? Would that even be possible? Did we really expect it not to be? And what does that "forgiveness" mean? What does it mean to us personally? What is "empathy" and is it only kept in a drawer for people that look, behave, and resemble ourselves as much as possible?

Do we measure - consciously or subconsciously - how much other people suffer on an imaginative scale that we have individually invented based on how much we know (and how much we /understand/) about other people's experience?
(And have we completely forgotten that a parasocial perception of others is not an accurate one?)

Who is to be forgiven? Who is doing the forgiving?
(I find myself, again and again, once I have the opportunity to hear someone's story, to understand them, to excuse them; this does not mean we have to keep everyone /near/ - the trajectories may not be compatible, but "forgiveness" is not about proximity: it is about a resistance to exile -them- and alienation -us-.)

How can we see our biases when their nature is to be unseen?
When we speak of "biases" so casually, have we forgotten we once had even the ones that now enrage us in others?
Have we forgotten we did not know then, and we can't know now that we have the ones we don't know we have?
A bias seen is no longer a bias.

Do we ask these questions of each other when we meet, or do we only update each other about work, home, family, and lovers?
Is that really that interesting, and to whom?
Do we give the gift of daring reflection to our loved ones, or foster resentment until we no longer consider them worthy because they did not improve the thing that we saw about them, but never told them?
Do we really expect others to evolve in a vacuum, far away from us, only within the paywalled intimacy of a psychotherapist office, or magically by themselves through telepathy?

Do we...really...still use concepts as "lazy", "unworthy", "bad intentions" while proclaiming ourselves to be against the systems that created this seed of mistrust and separation? Do we really see ourselves as fundamentally different and separate from other human beings? Do we understand the implications?

How is that not a result of the broader alienation we feel from the environment and life itself being stolen by us? By systems that benefit from us believing in concepts like "lazy", "unworthy", "bad intentions"?
How is this not what we talk about when we meet?
What has been stolen from us, and not just "why" (we know), but "how" are we resisting?

I have a core belief that everyone's struggles /feel/ the same to them: they are at capacity with whatever they are handling. Every single human being, from within their perspective, is a suffering human. That does not mean there is no reason to talk about selective ignorance, privileges etc - Yes, these are also unseen and circumstantial - and, yes, these need to be talked about BUT in a way that targets a systemic problem, not a personal failure. (That's just so Original Sin of us, don't you think? And OTN, yes, you may be an atheist - but have you questioned how much of your Christian/other upbringing still seeps into your ideological veins when you shame and look down on other people? We are The Saints and they are The Sinners? And, yes, you are pious - but have you considered you may be obeying the same moral compass with someone who isn't? It's just too obvious.)

I believe that it is the human condition to be at capacity.
We all take on as much as we can handle.
And the whole point is to learn to dance with it, sing to it, and "imagine Sisyphus happy" in this absurd human condition endlessly looking for meaning. Maybe carry the boulder together, for once, and then laugh about it once more dropping from the hill. Perhaps that's the meaning of it all: the search for the meaning being an equation, reversible by nature and self-fulfilling. For all the sinners and all the saints that exited the binary.

image: Hours of Louis de Laval, France, ca. 1480

Όταν η “Συμπαράσταση” Θολώνει το Μήνυμα: Η Χρήση του Λεξιλογίου των Περιθωριοποιημένων Κοινοτήτων από Allies

(αρχική δημοσίευση: 2 Απριλίου 2025)

Οι σύμμαχοι (allies) παίζουν καθοριστικό ρόλο στους αγώνες των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων, στηρίζοντας διεκδικήσεις και διαδίδοντας κρίσιμα μηνύματα. Ωστόσο, η χρήση του ριζοσπαστικού λεξιλογίου από άτομα που δεν βιώνουν άμεσα την καταπίεση συχνά καταλήγει να «αραιώνει» τις έννοιες, να τις απομακρύνει από το αρχικό τους νόημα και να δημιουργεί παρεξηγήσεις. Όροι που γεννήθηκαν μέσα από χρόνια αγώνα, όπως “woke”, “intersectionality”, “queer” και “femmes”, επανανοηματοδοτούνται μέσα από mainstream αφηγήσεις με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η πολιτική τους δύναμη. Αυτό δεν είναι απλώς θέμα γλωσσικής εξέλιξης, αλλά ένα φαινόμενο που συχνά οδηγεί σε virtue signalling και παρανοήσεις που τελικά βλάπτουν τις ίδιες τις κοινότητες που οι σύμμαχοι επιδιώκουν να στηρίξουν.

H αραίωση των πολιτικών όρων

Η πολιτική γλώσσα των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων έχει αναπτυχθεί ως ένας τρόπος να εκφράζει την καταπίεση, την αντίσταση και τη συγκεκριμένη εμπειρία. Όταν οι σύμμαχοι υιοθετούν αυτούς τους όρους χωρίς να κατανοούν πλήρως το πλαίσιο τους, οι λέξεις χάνουν τη ριζοσπαστικότητά τους και μετατρέπονται σε γενικούς όρους που δεν μεταφέρουν πλέον το αρχικό τους μήνυμα.

- Woke: Αρχικά, η λέξη “woke” προήλθε από τη μαύρη κοινότητα (AAVE) ως ένας όρος αφύπνισης απέναντι στη συστημική καταπίεση της “λευκής υπεροχής”. Σήμερα, έχει γίνει ένα αόριστο buzzword που συχνά χρησιμοποιείται ειρωνικά από mainstream media ή δεξιές αφηγήσεις για να απονοηματοδοτήσει τη ριζοσπαστική πολιτική. Ο όρος κυριολεκτικά παραπέμπει στην “πολιτική αφύπνιση” και συγκεκριμένα όπως αυτή εκφράζεται από πολιτικές των African-Americans.

- Intersectionality: Η έννοια της διαθεματικότητας (intersectionality), που εισήγαγε η Kimberlé Crenshaw για να περιγράψει την τομή πολλαπλών καταπιέσεων (και ειδικά για τις μαύρες γυναίκες), συχνά χρησιμοποιείται πλέον επιφανειακά για να δηλώσει απλά «πολυπολιτισμικότητα» ή έναν γενικό “συμπεριληπτικό” τρόπο σκέψης, απογυμνώνοντάς την από τη ριζοσπαστική της ανάλυση.

- Queer: Ο όρος “queer” ξεκίνησε ως ένα εργαλείο αντίστασης ενάντια στις κανονιστικές ταυτότητες φύλου και σεξουαλικότητας (και ειδικά ως εσωτερική αντίσταση στις πολιτικές αφομοίωσης του mainstream LGB κινήματος), αλλά η ευρεία χρήση του από άτομα που δεν βιώνουν τις σχετικές καταπιέσεις μπορεί να τον μετατρέψει σε έναν νεφελώδη όρο που απλώς σημαίνει «αφηρημένα ΛΟΑΤΚΙ» ή ακόμη και «διαφορετικός" ή “εναλλακτικός”.

- Femmes: Ο όρος “femme” προέρχεται από τη λεσβιακή (και ειδικά τη μαύρη λεσβιακή κουλτούρα με το Stud/Femme) και τρανς κουλτούρα ως τρόπος να διεκδικηθεί η θηλυκότητα εκτός ετεροκανονικότητας. Ωστόσο, η mainstream χρήση του από cis-ετερόφυλες γυναίκες ως απλό αισθητικό ύφος θηλυκότητας (ή όρο-ομπρέλα) απομακρύνει τη λέξη από το πολιτικό της πλαίσιο.

- Πώς το virtue signalling υπονομεύει την αλληλεγγύη

Το virtue signalling ("σινιάλο αρετής"), δηλαδή η δημόσια επίδειξη προοδευτικότητας χωρίς ουσιαστική δέσμευση, συχνά συνδέεται με αυτή τη γλωσσική αποδυνάμωση. Όταν οι σύμμαχοι χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους για να δείξουν ότι “είναι με το σωστό μέρος της ιστορίας” χωρίς να κατανοούν ή να ζουν τις εμπειρίες που αυτοί οι όροι περιγράφουν, προκύπτουν προβλήματα όπως:

1. Αποπροσανατολισμός από τα πραγματικά ζητήματα:

Αντί να επικεντρώνονται στις καταπιέσεις και τις δομές εξουσίας, οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από την ορθή χρήση της γλώσσας από τους συμμάχους.

2. Δημιουργία εντάσεων μέσα στις κοινότητες: 

Άτομα από τις περιθωριοποιημένες κοινότητες βρίσκονται σε θέση να εκπαιδεύουν συνεχώς τους συμμάχους ή να εξηγούν το αρχικό νόημα των όρων τους, αντί να ασχολούνται με την πολιτική τους δράση.

3. Οικειοποίηση της εμπειρίας: 

Η χρήση του λεξιλογίου από άτομα που δεν ανήκουν στις κοινότητες συχνά οδηγεί σε καταστάσεις όπου οι πραγματικές εμπειρίες των περιθωριοποιημένων ατόμων παραγκωνίζονται.

Οι σύμμαχοι μπορούν να δρουν υπεύθυνα χωρίς να υιοθετούν απλώς τη γλώσσα της αντίστασης: μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική αλληλεγγύη μέσα από δράσεις όπως:

- Εκπαίδευση και Αυτοκριτική: Κατανόηση των όρων μέσα από τα αρχικά τους πλαίσια και κριτική ανάλυση της δικής τους θέσης.

- Χώρος για τις φωνές των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων: Αντί να μιλούν εκ μέρους αυτών των κοινοτήτων, οι σύμμαχοι μπορούν να ενισχύουν τις φωνές τους.

- Εστίαση στη δράση αντί για τη ρητορική: Πραγματική στήριξη μέσω ακτιβισμού, οικονομικών πόρων και κοινωνικής δράσης αντί για απλή χρήση συμβολικής γλώσσας.

Η γλώσσα έχει δύναμη, και η χρήση των ριζοσπαστικών όρων από ανθρώπους που δεν βιώνουν τις καταπιέσεις που αυτοί οι όροι περιγράφουν, μπορεί να αποδυναμώσει το μήνυμα και να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Οι σύμμαχοι πρέπει να είναι προσεκτικοί ώστε να μην αναπαράγουν την ίδια δυναμική εξουσίας που επιδιώκουν να ανατρέψουν, αλλά να χρησιμοποιούν τη θέση τους για να ενισχύουν αντί να αλλοιώνουν τις φωνές των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων.
___

ΥΓ:

Βλ. “Δικαιοσύνη για όλ@” στο συνέδριο του Σύριζα (ενώ έχει ήδη ασκηθεί εσωτερική κριτική στο “@” και έχουμε σταματήσει να το χρησιμοποιούμε επειδή δεν είναι προσβάσιμο σε τυφλά άτομα που χρησιμοποιούν λογισμικό για την ανάγνωση κειμένων).

Ή “άτομα με μήτρα” στο σποτάκι της Νε.Αρ. χωρίς καμία αναφορά στο θεωρητικό πλαίσιο ή χωρίς να υπάρχει τρανς άτομο ούτε για δείγμα στον πολιτικό αυτό χώρο ή, υποθέτω, στην ομάδα που δημιούργησε το σποτάκι.

‘H το να παρουσιάζεις τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου ως… “γυναικοκτονία”.

Virtue-signalling.

Για μια στιγμή, ξέχνα εντελώς το “βιολογικό” και “κοινωνικό” φύλο (sex/gender). Άστα στην άκρη.

(αρχική δημοσίευση 1/4/2025)

Πάμε στα βασικά:

- [1] Η πατριαρχία είναι σύστημα καταπίεσης. Τι σημαίνει αυτό; Ακόμη κι αν αφαιρέσεις κάθε άτομο με πατριαρχικές απόψεις από ένα κοινωνικό, θεσμικό κλ σώμα, η πατριαρχία θα αναδυθεί και πάλι (αν δεν την κατανοήσεις ως σύστημα και δεν την ανατρέψεις) επειδή είναι γραμμένη στο λογιστικό, στα θεμέλια, στη γλώσσα και παντού.

- Η πατριαρχία το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει για να υπάρξει (μας τα λέει η bell hooks) είναι να σκοτώσει τον συναισθηματικό κόσμο των αγοριών (ώστε να ενταχθούν πιο ενεργά στην έμφυλη καταπίεση - τη δική τους /και/ των άλλων).

“Μην κλαις”. “Σαν αδερφή κάνεις”. “Μη χορεύεις”. “Αυτά τα ρούχα/παιχνίδια/ενδιαφέροντα είναι για εσένα - τα άλλα είναι για την αδερφή σου / για τις /αδερφές/.” Έτσι έχουμε μικρότερο προσδόκιμο ζωής στους άντρες γενικά, και πολύ υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας, επειδή πρέπει να συμπεριφέρονται “αντρίκια” και να είναι “παλικάρια”, να καταπίνουν τα συναισθήματά τους, να τους στερείται η μη-σεξουαλική οικειότητα, να γίνεται η σεξουαλικότητα ένα δικό τους ταμπού με το ένα και μοναδικό επιτρεπτό αντικείμενο επιθυμίας (τις γυναίκες - και με συγκεκριμένους τρόπους) με τις τελευταίες εκ νέου να οριοθετούνται σε ένα δίπολο Πόρνη/Παρθένα (Virgin or Whore).

- H έμφυλη/πατριαρχική βία επηρεάζει όλο το κοινωνικό σύνολο και όλα τα άτομα, απλά με άλλη συχνότητα, άλλους φαινότυπους και άλλες εντάσεις (πολύ συχνότερα και με πολύ πιο φανερά βίαιους τρόπους επηρεάζει τις γυναίκες, τα κορίτσια και τα φυλοδιαφορετικά άτομα). Είναι μία μορφή βίας που με τους αγώνες του Γυναικείου Κινήματος και του φεμινισμού μάθαμε να την ορίσουμε για τα δικά μας σώματα και να αντισταθούμε.

Το ίδιο έκανε και το ΛΟΑΤΚΙ κίνημα για το πώς εκφράζεται αυτή η βία στα δικά μας σώματα. (Με τη δική μας μοναδική γνώση δεδομένου πως τα πράγματα, οι σχέσεις κτλ είναι πολύ περισσότερο περίπλοκες από Γυναίκες Vs Αντρες.)

[Πολύ συχνά, είναι ο φεμινισμός και η κατανόησή του μισογυνισμού που ενημερώνει την αντίληψή μας μέσα στη ΛΟΑΤΚΙ εμπειρία (βλ. είναι πολύ πιο ντροπιαστικό να είσαι γκέι άντρας με θηλυκή συμπεριφορά ή/και παθητική σεξουαλικότητα γιατί έτσι είσαι “σα γυναίκα” ενώ ήταν περισσότερο αποδεκτό να είσαι ενεργητικά σεξουαλικός με άλλους άντρες.)]

Το ίδιο καλείται να κάνει ένα αληθινό και όχι κατ'ευφημισμό κίνημα για τα δικαιώματα των αντρών. Να δημιουργήσει χώρους και συζητήσεις όπου μπορούν οι ίδιοι οι άντρες να ενδυναμωθούν ως προς ό,τι τους έχει κλέψει αυτό το σύστημα και να αποδυναμώσουν ό,τι καταπιέζει άλλα άτομα.

Καίριο φεμινιστικό ζήτημα δεν είναι αν γυναίκες που δεν έχουν σχέση με το τρανς ζήτημα εκφράζουν την τρανσφοβία της ευρύτερης κοινωνίας (ούτε αν ΛΟΑΤΚΙ άτομα εκφράζουν τον μισογυνισμό της ευρύτερης κοινωνίας), αλλά αν θα βρει αυτή η μορφή εργαλειοποίησης και διάσπασης των κινημάτων συλλογική έκφραση στην Ελλάδα. Δηλαδή αν το Μωβ αποτύχει να κινήσει διεργασίες με αποτέλεσμα ένα μικρό κομμάτι των ενεργών μελών επιβάλλουν αυτό το μη-ζήτημα ως γραμμή μίας συλλογικότητας με αξιόπιστο έργο για χρόνια, δίνοντας έτσι νομιμοποίηση σε ρητορικές της ακροδεξιάς (τις οποίες φυσικά δεν διακρίνουν ως τέτοιες). Μέχρι στιγμής έχουμε μόνο μεμονωμένα περιστατικά (κάτι θλιβερά blogs και άτομα που γράφουν με ψευδώνυμα που εκφράζουν αυτές τις απόψεις).

Και σίγουρα δεν αφορά ολόκληρη την κοινωνία μια τέτοια ενδο-κινηματική συζήτηση.

Ας πιάσουμε τώρα, για παράδειγμα, ένα ζήτημα που αφορά όλη την κοινωνία:

- η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στην Ελλάδα

+

- το άβατο του Ιερού Όρους

Εδώ έχουμε έθνος και επίσημη θρησκεία, σε ένα κράτος που δεν είναι ουμανιστικό και κοσμικό, όπου δεν υπάρχει “διαχωρισμός εκκλησίας και κράτους” να τραβάνε “σύνορα” και “κόκκινες γραμμές” στην ανθρώπινη ύπαρξη.

[To “my body, my rights” πάει περίπατο:]

Αν γεννηθείς "άρρεν", αν γίνεις άντρας (ή για να γίνεις άντρας) πρέπει να πας στο στρατό και να είσαι “παλικάρι” με άλλα “παλικάρια” ενώ θα σας ταΐσουμε εθνικισμό και πατριαρχία. Χάνεις την αυτονομία του σώματός σου και γίνεσαι κάτι λιγότερο από “άνθρωπος”. Γεννήθηκες με εξωτερικά γεννητικά όργανα (πέος) σημαίνει ότι θα δώσεις αυτούς τους μήνες στην πατρίδα σου, θες δεν θες. Και θα σε ετοιμάσει η μαμά-πατρίδα για όσα χρόνια θα δώσεις και στον καπιταλισμό. Εξόρυξη αξίας, χρόνου (στη ζωή μας που δεν είναι για πάντα) και καταπάτηση της αυτονομίας σου. Το σώμα σου δεν σου ανήκει.

Αλλά…, αν είσαι άντρας, είσαι και ιερός (ή, τουλάχιστον “όχι αρκετά μιασματικός και ανίερος όσο οι γυναίκες που καλές είναι να έρχονται στην εκκλησία αλλά όχι και να γίνουν ιερείς / θεολόγοι / να συμμετάσχουν στη μορφή της ηθικής φιλοσοφίας που είναι η πίστη/ θρησκεία κτλ).

Η πατριαρχία ψεύδεται όταν λέει στους άντρες πως είναι οι αγαπημένοι της. Πώς όλα όσα θα κληθείς να κάνεις για να συμμορφωθείς κι εσύ και οι γύρω σου στο σύστημα έχουν μια κάποια αξία - θα σε φέρουν πάνω από όλους τους άλλους. Η πατριαρχία είναι μηχανισμός εξόρυξης χρόνου, ζωής. Είσαι άντρας; Δείξτο μας - πόσα αντέχεις;

Γεννήθηκες με εσωτερικά γεννητικά όργανα; Είσαι γυναίκα και είσαι καταδικασμένη στατιστικά (1 στις 3) να σε βιάσουν, να είσαι απλήρωτη φροντίστρια όλη σου τη ζωή (μαγείρισσα, καθαρίστρια, νοσοκόμα κτλ), να σε πληρώνουν λίγοτερο στην εργασία (βλ. το τυράκι που πρέπει να δώσει η πατριαρχία στους άντρες) κτλ.

Αν είσαι γυναίκα, είναι πιο γνωστά τα ζητήματα - τουλάχιστον μεταξύ μας και με τους δικούς μας κόπους για το πώς "Το σώμα σου δεν σου ανήκει”.

Τα τρανς άτομα είναι η απόλυτη υλική, πραγματική εκπλήρωση του “Το σώμα μου ΜΟΥ ΑΝΗΚΕΙ” έξω από τα στεγανά που προσπαθούν να ορίσουν γραμμικές σχέσεις, έναν ντετερμινισμό για τη ζωή μας βάσει του αν όταν γεννηθήκαμε τα γεννητικά μας όργανα είναι εσωτερικά ή εξωτερικά.

“Θα είμαι και θα κάνω Ό,ΤΙ θέλω να είμαι!

MY BODY MY RIGHTS!”

Με έναν τρόπο, όλες οι φεμινίστριες/φεμινιστές/φεμινιστά είναι τουλάχιστον εν μέρει “τρανς”: ασκούν δηλαδή μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ανυπακοή στη ρυθμιστική συνθήκη του φύλου και τι αυτό σημαίνει για το πώς πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου.

Και με έναν άλλο τρόπο, κάθε τρανς άτομο είναι ζωντανό κομμάτι του φεμινισμού αφού βιώνει έναν συνδυασμό της πατριαρχικής βίας όπως αυτή ασκείται ΚΑΙ σε άντρες ΚΑΙ σε γυναίκες.

Σημαντική επίσης είναι η ματιά των INTERSEX ατόμων - η απόλυτη απόδειξη πως το φύλο ως δυαδικό δεν είναι μια φυσική κατάσταση. Όπως και ότι για αιώνες τα κράτη χειρουργούν αυτά τα μωρά (χωρίς συναίνεση - καλή ώρα όπως τα βαφτίζουν για να να κάνω και ένα call back) για να τα “συμμορφώσουν” με το αφήγημα του δυαδικού φύλου και χωρίς κανέναν απολύτως ιατρικό λόγο.

(Μια ποικιλομορφία που συναντάμε σε όλα τα μη-ανθρώπινα ζώα και στη φύση.)

Ίσως αν το πούμε με αυτά τα λόγια εκτίθεται το επίπεδο της γελοιότητας. Για να μην πω πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε φυσικοί σύμμαχοι ενάντια στην πατριαρχία (που το πιστεύω), θα πω απλά πως ΛΟΑΤΚΙ άτομα, γυναίκες, φεμινίστριες/ές/ά είμαστε σίγουρα. Ποιον συμφέρει η διάσπαση;

Να πω ακόμη πως το φύλο/η σεξουαλικότητα είναι ΔΥΟ μόνο από τα πολλά φίλτρα με τα οποία βιώνουμε και εξετάζουμε την πολιτική, την καταπίεση και την αντίστασή μας. Όσο τα φέρνεις σε συνομιλία με άλλες διαστάσεις της Εξουσίας (μισαναπηρισμό, ρατσισμός κτλ), συναντάς τα ίδια ακριβώς ατοπήματα, τις ίδιες άγνοιες και παραλείψεις, τις ίδιες εργαλειοποιήσεις.

ΥΓ1:

“Για να ζήσω τη ζωή μου με ισότητα και αξιοπρέπεια, έχω το δικαίωμα να ορίζω το φύλο μου και τι το φύλο μου σημαίνει για τη ζωή μου”

- Ολες οι φεμινίστριες

- Όλα τα τρανς άτομα

ΥΓ2:

Επίσης, όσο οι (βλαμμένες σε αυτό το θέμα) μονοθεματικές φεμινίστριες ζητάνε αύξηση ποινών (εκεί η αποτυχία της σύνδεσης με τα δικαιώματα των κρατουμένων και τα αιτήματα αναμόρφωσης της δικαιοσύνης κτλ) και αυστηροποίηση των νόμων αντί να επικεντρώνονται στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, και το mainstreaming της αυτοδιάθεσης, αυτονομίας, ισονομίας, αληθινής δημοκρατίας κτλ, προωθείται και πάλι – αθελά τους – το ΒΙΑΙΟ δίπολο Άνδρες/Γυναίκες και δεν πάμε πουθενά.

Πολλά τα ράμματα για πολλές γωνιές (δεν λέω γ**νες γιατί δεν θέλω ούτε να τις αναφέρω)!

Φεμινισμός & Συγχώρεση

(αρχική δημοσίευση 30/3/2025)

Με έχει απασχολήσει ξανά το θέμα της συγχώρεσης (με την έννοια του “υπάρχει χώρος για εσένα”) όπως και το θέμα της συλλογικής ζωής Vs Κλίκας στα κινήματα. Μιλούσα με μία συντρόφισσα πρόσφατα (και συχνά τον τελευταίο καιρό επανέρχεται η κουβέντα στο ότι είναι διαφορετικό να είμαστε “φίλες” και διαφορετικό να είμαστε “συντρόφια” και υπάρχουν πολλά επίπεδα οικειότητας και είναι σημαντικό να τα διαχωρίζουμε - ειδικά όταν αυτά έχουν κάπως καταρρεύσει μέσω των social media με την κατάρα της υπερ-οικειότητας). Και αυτά που της έγραψα νομίζω έχουν ενδιαφέρον και για άλλα άτομα.

Άρα κοινοποιώ:

“Πάντως, και το λέω συντροφικά, είναι πιο εύκολο για εμάς (για την ψυχική μας υγεία, για την ψυχή μας) και πιο στρατηγικά σωστό (για το κίνημα, για τη συλλογική ζωή, για την επανάσταση) να υποθέτουμε πως, όντως, αν κάτσεις κάτω με οποιοδήποτε άτομο – και ειδικά άλλες φεμινίστριες, όσο ελλιπής και να είναι ο φεμινισμός τους – θα βγάλει νόημα το δικό του σύμπαν, μέσα από το οποίο ερμηνεύουν τα πράγματα, και το οποίο αιτιολογεί τον τρόπο που κινείται η καθεμία και γιατί το θεωρεί ηθικά σωστό ίσως και αναγκαίο.

Είναι μία γαλήνια σκέψη. Και, επιμένω: στρατηγικά σωστή.

Όσες περισσότερες και όσο πιο συλλογικά, τόσο το καλύτερο. Με τις σωστές αποστάσεις πάντα - δεν είπαμε όλες να δουλεύουμε με όλες. Αλλά πρέπει να πάμε ενωτικά όσο μπορούμε γιατί πέρασαν δύσκολοι καιροί και θα έρθουν κι άλλοι.

Δεν έχουμε περιθώριο ούτε είναι σωστό να εφαρμόζουμε μεταξύ μας τα …"ασυγχώρητα” γιατί κι αυτό μία πρακτική “σωφρονισμού”/αστυνόμευσης είναι. Εσωτερικευμένη. Ναι, ναι - ξέρω: “τα έχουν/έχει κάνει σκατά”. Ε, κι εμείς τα έχουμε κάνει σκατά κατά καιρούς ή θεώρησαν άλλοι/ες ότι τα κάναμε, και στο δικό τους σύμπαν αυτό έβγαζε απόλυτο νόημα, με τις πληροφορίες που είχαν και με την ερμηνεία που μπορούσαν να δώσουν.

Η διαφορά μεταξύ της κλίκας και της συλλογικής ζωής είναι να μπορούμε να συνυπάρξουμε με ανθρώπους που δεν συμπαθούμε, που μας τριγκεράρουν, που μας έχουν πληγώσει, στεναχωρήσει, προδώσει – ξαναλέω: με τις κατάλληλες αποστάσεις.

Και δεν το παίζω δασκάλα - μπορεί κι εσύ να το βλέπεις έτσι απλά να το εκφράζεις με άλλα λόγια, ή να είσαι σε άλλη φάση διαχείρισης του πόνου/θυμού.

Ομως ο εχθρός είναι ενωμένος και είναι απέναντί μας. Και ξέρει, χωρίς αμφιβολίες, ότι όλες εμείς είμαστε εχθρές του. Το μέτωπο έχει ήδη οριστεί και είμαστε όλες μέσα. Οσο μπορούμε, να μην το σπάσουμε. Ως “μέτωπο”, πάντα, ξαναλέω.

Νομίζω με καταλαβαίνεις. Κι εμείς οι δύο άλλωστε έχουμε εξοργίσει/misunderstand η μία την άλλη. […] ακραίες αντισυντροφικές συμπεριφορές όπως φυσικά το ίδιο θα σου πει και η άλλη πλευρά για εμένα, όταν ασκώ κριτική). Και πόσα αλλα τέτοια παραδείγματα. Άλλωστε για αυτό πάντα γράφω το “at war being sisters - it wasn’t always easy, but it was never dull” στις συντρόφισσες, όπως έχω κάνει και σε εσένα.

Δεν είναι εύκολο, και πρέπει να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε, να μαθαίνουμε η μία από την άλλη, να επανεξετάζουμε τη στρατηγική μας και την προσέγγισή μας στους αγώνες και στο κίνημα, ειδικά όσο αλλάζουν και οι συνθήκες γύρω μας και γίνονται χειρότερες και κυριολεκτικά αυτοκτονούν, δολοφονούνται ή αναπηροποιούνται όλα τα συντρόφια γύρω μας. Εκτος αν σαπίζουν στη φυλακή… κτλ “

Ελπίζω να είναι βάλσαμο και για κάποιο άλλο άτομο αυτή η σκέψη. Και, ξαναλέω, είναι και στρατηγικά σωστή.

Με αγάπη,

You sis/sib. x

ΥΓ:

Μπορούμε να λέμε #RestorativeJustice κτλ, αλλά υπάρχει και η βιωμένη τους πλευρά.