Η Susan Brownmiller πέθανε την Κυριακή. Ξανακοίταξα τα γραπτά μου για να δω πώς το έργο της θεμελίωσε το δικό μου, πώς με κράτησε από το χέρι όταν διένυα την κόλαση των σπουδών γύρω από τη σεξουαλική βία, πώς μου έδωσε βαρύτητα.
Farewell to a powerful foremother.
**προειδοποίηση περιεχομένου: συζήτηση για την κουλτούρα του βι*σμ*ύ**
Η φεμινίστρια Susan Brownmiller δήλωσε το 1975 ότι ο ορισμός του βιασμού «είναι σχετικά απλός» για μια γυναίκα, προτείνοντας τον εξής ορισμό: «\[μία] σεξουαλική εισβολή στο σώμα δια της βίας, μία εισχώρηση στον ιδιωτικό, προσωπικό εσωτερικό χώρο χωρίς συναίνεση \[…] συνιστά εσκεμμένη παραβίαση της συναισθηματικής, σωματικής και λογικής ακεραιότητας \[...] και αξίζει να αποκαλείται βιασμός» (*Against Our Will*, σ. 376).
[…]
Ο Οβίδιος, με τα δικά της λόγια, «ο Ρωμαίος υμνητής του /έρωτα/, που έγραψε για τις μαζικά βιασμένες γυναίκες των Σαβίνων, “Δώστε μου τέτοια αμοιβή και στρατεύομαι σήμερα κιόλας”, διατυπώνοντας μια επιπόλαιη στάση απέναντι στον βιασμό στον πόλεμο, που παραμένει για δύο χιλιάδες χρόνια» (*Against*, σ. 289)].
Μια «προσωπική δήλωση» (σ. 7) είναι ο τρόπος που επιλέγει η Brownmiller να μας εισαγάγει στο μνημειώδες της έργο, *Against Our Will: Men, Women and Rape*. Γράφει με οξύτητα: «\[τ]ο ερώτημα που μου τέθηκε πιο συχνά ενώ έγραφα αυτό το βιβλίο ήταν σύντομο, άμεσο και εκνευριστικό: “Έχεις ποτέ βιαστεί;”
Η απάντησή μου ήταν εξίσου άμεση: “Όχι.”» (σ. 11). Στη συνέχεια, διερευνά τα κίνητρα των συνομιλητών της και καταλήγει ότι «για κάποιους \[…] το ερώτημα ήταν μια δίκοπη πρόκληση για αποδείξεις: Αν δεν είσαι εγκληματολόγος ή θύμα, τότε ποια είσαι; (Γιατί δεν αρκούσε ότι ήμουν συγγραφέας σ’ ένα ενδιαφέρον θέμα, απορώ.)» (ο.π.). \[Γιατί δεν αρκεί η αλληλεγγύη μας, απορώ εγώ.]
Η Susan Estrich, αντιθέτως, απαντά «ναι», καθώς είναι επιζήσασα βιασμού· ξεκινά το πρώτο της κεφάλαιο (*My Story*) αφηγούμενη την εμπειρία της (Real Rape, σ. 1).
Η Hannah Feldman εξετάζει ακριβώς αυτό το ερώτημα στο δοκίμιό της *More Than Confessional: Testimonial and the Subject of Rape*. Μας καλεί να αναλογιστούμε: «...μια γυναίκα που γράφει ένα κείμενο για κατάλογο έκθεσης σχετικά με τη συζήτηση και αναπαράσταση του βιασμού από τη θέση του υποκειμένου “εγώ”. \[…] Σκεφτείτε ότι μπορεί να είναι επιζήσασα. Ή, εναλλακτικά, μπορεί να μην είναι. Πρέπει να προσδιορίσει και να κατονομάσει αυτή τη θέση, και τον εαυτό της εντός αυτής; \[…] Τι θα σήμαινε μια τέτοια αποκάλυψη για τους αναγνώστες του κειμένου της;» (σ. 13).
Πού βρίσκομαι εγώ σε σχέση με τον βιασμό; Και γιατί έχει σημασία αυτό; Και το κυριότερο: γιατί ο βιασμός, ειδικά, απαιτεί τέτοια δήλωση θέσης, πρόθεση αυτοπροσδιορισμού;
Η Giuliana Bruno υποστηρίζει ότι «αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι η θέση από την οποία κάποια/ος/ο μιλά» (*Atlas of Emotion*, σ. 409) και ότι «η χαρτογράφηση του υποκειμενικού […] έχει συνέπειες για την αναθεώρηση της τοποθέτησης της αναλυτικής γνώσης» (ο.π.). Αυτή η αυτοαναστοχαστικότητα και η σκέψη ότι το προσωπικό κείμενο—αυτό το παρακείμενο—μπορεί και πρέπει να συνυπάρχει εντός του ακαδημαϊκού λόγου αποτελεί έναν από τους άξονες του *Άτλαντα του Συναισθήματος*.
Η διαχείριση της μαρτυρίας δημιουργεί μια κατάσταση υπερεπαγρύπνησης, ένα αίσθημα ότι η άβολη εξομολόγηση μπορεί να καραδοκεί στην επόμενη παράγραφο. Θα άλλαζε η τοποθέτηση της συγγραφέα ως επιζήσασας την ανάγνωση ενός κειμένου; Και αν ναι, θα έπρεπε;
Ως πράξη αλληλεγγύης, δεν θα χρησιμοποιήσω τη δική μου φωνή αλλά θα ενώσω τη φωνή μου με αυτή της Feldman όταν λέει:
«Και το ότι έχετε διαβάσει αυτές τις σελίδες σημαίνει πως έχετε ήδη, είτε ως επιζήσασα είτε όχι, καταστεί μάρτυρας. […] Ελπίζω αυτή η μαρτυρία, μέσα από την εξέταση της γλώσσας, της ομιλίας, και εντέλει του τρόπου με τον οποίο αυτές συνυφαίνονται στη συζήτηση για τον βιασμό, να αποδειχθεί πιο προκλητική και πιο χρήσιμη από την ιστορία που ίσως αφηγούμουν αν στεκόμουν να “μετρηθώ”, να θεαματοποιήσω το τραύμα μου, να εξυψώσω τη φωνή μου ως φωνή θύματος, και απλώς να βγω μπροστά ως—να ομολογήσω ότι είμαι—επιζήσασα βιασμού» (*More Than Confessional*, σ. 38).
Αντιμέτωπες με ακόμη ένα τεστ "καθαρότητας"—ένα θέμα εξίσου δελεαστικό όσο και διαβρωτικό για μελέτη—οι φωνές μας εξασθενούν και υποχωρούν. Έχει σημασία να τις έχουμε, και να επιμένουμε.
Η ευαισθητοποίηση γύρω από τον βιασμό είναι εισιτήριο πρώτης σειράς στο τσίρκο—όχι ότι ο ίδιος ο βιασμός είναι το τσίρκο. Ούτε ότι τα υποταγμένα (όχι μόνο χωρίς συναίνεση αλλά και μέσα σε μη-δυνατότητα συναίνεσης) ζώα—εκμεταλλευμένα με κάθε τρόπο, σε αιχμαλωσία ή υπό περιορισμένη ελευθερία, εκπαιδευμένα από τη γέννησή τους και διαρκώς εξαναγκασμένα να εκτελούν αφύσικες πράξεις υπό την απειλή μαστιγίων, περιλαίμιων, γάντζων, ηλεκτροφόρων ράβδων και φίμωτρων, αξιολογούμενα διαρκώς για την απόδοσή τους και προτιμώμενα για τη νεότητά και την εξωτερική τους εμφάνιση—αποτελούν ακριβές ανάλογο των επιζωσασών του βιασμού και της πατριαρχίας.
Όχι ακριβές—πρέπει να αφαιρέσουμε τα εξεζητημένα αξεσουάρ.
Αλλά να τα αντικαταστήσουμε με τα απτά μέσα του βιασμού: σωματική δύναμη, μαχαίρια, όπλα κ.ά. και με τα κοινωνικά/άυλα: απειλές, εξαπάτηση, εκφοβισμό, (φυλετική, ταξική και έμφυλη) ιεραρχία, διαγραφή, νομικισμούς κ.λπ. Η ειρωνεία εντείνεται όταν τέτοιες πράξεις αναπαρίστανται σε αγάλματα, πίνακες, νομίσματα, ταινίες, και αλλού—παντού—«λειτουργώντας ως κεντρικό στοιχείο της αφήγησης σε όλη τη δυτική ιστορία» (σ. 3).
Το να μιλάς για τον βιασμό, να τον ονομάζεις—να καταθέτεις ή να αναλύεις μια κατάθεση, να εμφανίζεσαι ως αναλύτρια ή ως επιζήσασα—ή και τα δύο—σημαίνει να συμμετέχεις στη διαπραγμάτευση του τι σημαίνει να βιάζεις και να έχεις βιαστεί. Συναντιόμαστε στο «πολιτισμένο» κομμάτι του θέματος, στην ακαδημαϊκή ανάλυσή του, ένα τρυφερό σημείο σαν φωτογραφία σε παύση· ένα σημείο όπου μπορεί να μην μπορούμε να αλλάξουμε τους μαζικούς βιασμούς των αιχμαλώτων πολέμου, και τις προβολές μελλοντικών βιασμών που μας υπενθυμίζει διαρκώς ο εμβυθιστικός βιαστικός πολιτισμός, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να επιχειρήσουμε μια έξοδο από το βιασμό και να αναζητήσουμε αλληλεγγύη—να ανατρέψουμε τη διαγραφή. Είτε επιζήσουμε από την πτώση στο Γκραν Κάνυον είτε όχι (Thelma & Louise), είμαστε παρούσες. Και με τις φωνές μας αναπροσδιορίζουμε τι σημαίνει να βιάζεις, να έχεις επιζήσει τον βιασμό, και ενεργοποιούμε μέσω των λόγων μας ένα όραμα για το μέλλον όπου θα μπορέσουμε—ή τουλάχιστον θα ελπίζουμε να μπορέσουμε—κάποτε, να εξέλθουμε από τον βιασμό.
ΥΓ: Περισσότερα για τη συναίνεση ως νομική έννοια στο έργο της Brownmiller, *Against* (σ. 369, 372–74, 377, 381–85), της Estrich (*Rape* και *Real Rape*), καθώς και σε πιο σύγχρονες συζητήσεις των Friedman και Valenti.
ΥΓ2: Το βιβλίο, φαγωμένο από τη Μούσκα - διπλά (ή και πολλαπλά σημαίνον). Φυλαχτό.
_____ [English text]
Susan Browmiller died on Sunday. I looked into my writing to find how her work grounded mine, held my hand, and offered gravitas.
Farewell to a powerful foremother.
cw: discussion of r*p* culture
__________________________________
Feminist Susan Brownmiller proclaimed in 1975 that defining rape 'is fairly simple' to a woman, proposing this definition: '[a] sexual invasion of the body by force, an incursion into the private, personal inner space without consent […] constitutes a deliberate violation of emotional, physical and rational integrity [...] and deserves the name of rape' (Against:376)
[...]
[She] is what Ovid would call a Maenad' [Ovid is a great rape-apologist-dude to bring on board as he is, in Brownmiller’s words, 'the Roman celebrant of love, who wrote of the Sabine women, “Grant me such wage and I'll enlist today,” setting a flippant attitude toward rape in war that has persisted for two thousand years' (Against:289)].
A 'personal statement' (7) is the way Susan Brownmiller chooses to introduce us to her monumental book, 'Against Our Will: Men, Women and Rape'. She poignantly writes: '[t]he question most often asked of me while I was writing this book was short, direct and irritating: “Have you ever been raped?” My answer was equally direct: “No.”' (11). She then questions the motivations of her interlocutors and concludes that 'for some […] the question was a double-edged credentials challenge: If you are not a criminologist or a victim, then who are you? (Why wasn't it enough that I was a writer onto an interesting subject, I wonder.)' (id.). [Why isn't Louise our solidarity enough, I wonder.]
Susan Estrich, on the other hand, answers 'yes', as she is a rape survivor; she begins her first chapter (entitled My Story) by narrating her own rape case (Real:1).
Hannah Feldman examines exactly this very concept in her essay 'More Than Confessional: Testimonial and the Subject of Rape'. She asks us to consider '...a woman writing an exhibition catalogue essay about discussing and representing rape from the subject position “I.” […]. Consider that this woman may be a rape survivor herself. Or, alternatively, she may not be. Should she locate and name this position and herself within it? […] What would such a disclosure mean for the readers of her writing?’ (13).
So, where am I in relation to rape? And why is that important? Most importantly, why is rape in particular calling for such a disclosure, a statement of intentions? Giuliana Bruno argues that 'what really matters is the position from which one speaks' (Atlas:409) and that the 'cartography of the subjective […] has implications for rethinking the placement of analytic knowledge' (Atlas:409). This self-reflexivity and the contemplation of including the personal text —this paratext—in the academic text as an important part of it is one of the premises of Atlas of Emotion.
Negotiating the testimonial creates a state of hypervigilance, a feeling that an uneasy confession may be around the corner-in the next paragraph. Would a re-situation of the writer as a rape survivor change the way we read a text? Should it?
As an act of solidarity, I will not use my own voice but I will join my voice with Feldman when she says that:
'And that you have read these pages means that you have yourself, whether a survivor or not, become a witness. [...] I hope that this testimonial, in its interrogation of language, speech, and finally how these come together in talking about rape, proves more provocative and ultimately more useful than the story I might have told if I stood up to be counted, spectacularized my trauma, valorized my voice as of that of a victim, and simply came out as, confessed to being, a rape survivor' (More:38).
Confronted with yet another litmus test—a subject as intriguing to comment upon as it is deleterious to research, our voices weaken and shy away. It matters that we have them, and that we persevere.
Rape awareness is a first-row ticket to the circus—that is not to suggest it is the circus per se. Nor is it to imply that subordinated (not only sans consent, but within an impossibility of consent) animals—exploited in every possible way, kept captives or with restricted mobility, trained since birth and conditioned through-out their life to perform unnatural roles and tricks under the threat of whips, collars, bullhooks, electric prods, and muzzles, while being constantly evaluated for their performance, and preferred for their youth and physical beauty—are an analogy for women rape survivors and patriarchy. Not an exact one—we will have to take the fancy accessories out.
But also replace them with the physical tools of rape: strength, knives, guns etc, and the societal/immaterial ones: threats, deception, intimidation, (racial, social and gendered) hierarchy, erasure, legalities etc. The irony intensifies when such acts are represented in statues, paintings, coins, films, and elsewhere, everywhere, 'functioning as key aspect of storytelling throughout Western history' (3).
[Post-rape-travelogues:]
To talk rape, name rape—to provide a testimony or an analysis of a testimony, to come out as a rape analyst, or a rape survivor—or both—is to participate in the negotiation of what it means to rape and to be raped. We meet in the civilised part of the subject of rape, the scholarly analysis of it, a tender place like a freeze-still; a place where we might not be able to change the massive rapes of war hostages, and the projected rapes of our future constantly reminded by the immersiveness of rape culture, but where we can at least attempt to exit rape and find solidarity—we undo rape-erasure. Whether we survive the fall in the Grand Canyon or not, we are present. And with our voices we redefine what it means to rape, to have survived rape, and mobilise with our speech acts a vision for the future where we can, or at least aspire to, eventually, exit rape.
PS: More on consent as legal term in Brownmiller, Against (pp. 369, 372-74, 377, 381-85), Estrich (Rape) and (Real Rape), and a more contemporary discussion on the issue in Friedman and Valenti.
PS2: My copy of the book, bitten by my late dog Mushka - doubly (or multiply) full of meaning. A talisman.

No comments:
Post a Comment